Θετικό κλίμα και ειλικρινή συζήτηση επί όλων των θεμάτων και αυτών που έχουν προκαλέσει την διαφωνία Αθήνας και Άγκυρας, είναι η αποτίμηση που κάνει η ελληνική πλευρά για τις συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν χθες στην Άγκυρα μεταξύ του Έλληνα πρωθυπουργούΚυριάκου Μητσοτάκη και του Προέδρου της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Οι δύο ηγέτες προχώρησαν σε επισκόπηση των διμερών σχέσεων και συμφώνησαν ότι η διατήρησητων ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και η βελτίωση του κλίματος στις διμερείς σχέσεις είναι προς όφελος των δύο χωρών, αλλά και της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.
Στο περιεχόμενο της κοινής διακήρυξης που υπεγράφη, οι δυο ηγέτες αντάλλαξαν τον ελληνικό και τον τουρκικό φάκελο, όπως έγινε και από πλευράς των υπουργείων.
Αυτό που αποτυπώνεται είναι η επιδίωξη και από τις δυο πλευρές να διατηρηθεί το «καλό κλίμα» που έχει οικοδομηθεί τα τελευταία δυόμισι χρόνια μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Σε αυτό ομονοούν και οι δυο πλευρές. Ο Έλληνας Πρωθυπουργός ανέδειξε το σημαντικό θέμα της μετανάστευσης, κάνοντας μάλιστα αναφορά και στο πρόσφατο τραγικό ναυάγιο στη Χίο.Όσον αφορά στο διμερές εμπόριο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, και οι δύο ηγέτες αναφέρθηκαν στον νέο στόχο 10 δισ. ευρώ που έχουν θέσει.
Ωστόσο, επέλεξαν και οι δύο, από τη δική του πλευρά ο καθένας, να θέσουν τα καίρια ζητήματα που απασχολούν και σε επίπεδο πιο υψηλής διπλωματίας.
Συμφώνησαν στο κομμάτι να συνεχιστεί η συνεργασία για τον εκσυγχρονισμό των κρίσιμων διασυνοριακών οδικών και σιδηροδρομικών διαδρομών,αλλά εξέφρασαν και την αποφασιστικότητά τους προκειμένου να αξιολογηθούν, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στη διακήρυξη, οι ευκαιρίες συνεργασίας και στον τομέα της ενέργειας, ιδίως για την ηλεκτρική ενέργεια και τις ανανεώσιμες πηγές. Στόχος είναι η ενίσχυση της περιφερειακής σταθερότητας.
Στο μεταξύ, υπάρχει η κοινή βούληση των δύο ηγετών για κοινή αντιμετώπιση, σε μια εποχή γεωπολιτικής ρευστότητας και ανατροπών στην εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών που δενχωρά περαιτέρω εντάσεις, παρά τις όποιες δομικές διαφορές χωρίζουν τις δύο πλευρές του Αιγαίου.
Δεν ήταν δυνατόν ωστόσο σε μία συνάντηση διμερής, να μην υπάρχουν αιχμές και γωνίες. Αυτές οι αιχμές και οι γωνίες αποτυπώθηκαν τελικά, ρητά στις κοινές δηλώσεις των δύο ηγετών. Κάπου έμοιαζε με έναν παράλληλο μονόλογο, ο οποίος όμως ήταν προετοιμασμένος και από τους δύο.
Ο Ερντογάν έκανε λόγο για αλληλένδετα προβλήματα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Μία διαφορά ξεκάθαρα από την πλευρά του κ. Μητσοτάκη, η οποία έρχεται,θα μπορούσε ενδεχομένως στο μέλλον, όπως είπε, να διευθετηθεί μέσω προσφυγής στη διεθνή δικαιοδοσία.
Από την άλλη, σημαντικό είναι το γεγονός πως ο Πρωθυπουργός είπε έμμεσα ότι είναι η ώρα να αποσυρθεί το casus belli. Ο κ. Μητσοτάκης κινήθηκε ωστόσο σε ένα πλαίσιο πολύ προσεκτικά και διπλωματικά.
Ως προς τις μειονότητες, ο κ. Ερντογάν στην Αθήνα δεν είχε αναφερθεί σε τουρκική μειονότητα στη Δυτική Θράκη, αλλά είχεχρησιμοποιήσει έναν άλλο όρο για να δείξει ένα διαφορετικό πρόσωπο. Στην Άγκυρα ζήτησε να ωφεληθεί πλήρως η -όπως την αποκάλεσε «τουρκική μειονότητα της δυτικής Θράκης» από τις θρησκευτικές ελευθερίες και τις ελευθερίες στην εκπαίδευση.«Ξέρετε καλά, κύριε Πρόεδρε, το έχουμε συζητήσει πολλές φορές, ότι το καθεστώς τους προσδιορίζεται με απόλυτη σαφήνεια από τη συνθήκη της Λωζάννης, η οποία προβλέπει ρητά ότι η μειονότητα στη Θράκη είναι θρησκευτική, αποκλείοντας κάθε άλλη παρερμηνεία. Αλλά θα ξαναπώ αυτό το οποίο είχα πει πριν από δύο χρόνια. Οι Έλληνες μουσουλμάνοι της Θράκης ζουν αρμονικά με χριστιανούς συμπολίτες μας, βάσει των αρχών της ισονομίας και της ισοπολιτείας. Ενώ παράλληλα και στην Τουρκία, στην Κωνσταντινούπολη, πρωτίστως, η ελληνική μειονότητα, παρά δυστυχώς τη μεγάλη της συρρίκνωση, εξακολουθεί ναεμπλουτίζει την κοινωνική και πολιτιστική ζωή της Τουρκίας. Ας εργαστούμε λοιπόν για το πώς αυτές οι δύο μειονότητες μπορούν πράγματι να γίνουν γέφυρες φιλίας και αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των λαών μας» ήταν η απάντηση του Πρωθυπουργού.
Ο κ. Μητσοτάκης ξεκάθαρα επανέλαβε τη θέση που είχε πει και στην Αθήνα, όπως και για το Κυπριακό ζήτημα, χαιρετίζοντας τις τελευταίες πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Από την άλλη, ο Ερντογάν αυτήν τη φορά δεν μίλησε για το κυπριακό ζήτημα.



















































