Ο “Εθνικός θησαυρός” από την Ιαπωνία, έχει ήδη μπει στην κορυφή της λίστας με τα κορυφαία της
σεζόν.
Κριτική από τον Άκη Καπράνο
Το παραδοσιακό ιαπωνικό θέατρο του καμπούκι συνιστά ένα από τα πλέον σύνθετα και αυστηρά
κωδικοποιημένα αισθητικά συστήματα στην ιστορία των παραστατικών τεχνών: η υπερβολή στη
χειρονομία, η έμφαση στο σώμα ως φορέα νοημάτων (όχι απλώς ως μέσο αφήγησης) συγκροτούν μια
γλώσσα που υπερβαίνει τον ρεαλισμό, για να εγκαθιδρύσει έναν δικό της, αυτάρκη κόσμο.
Όπως και στην αρχαία τραγωδία, η αλήθεια δεν βρίσκεται στην προσεκτική αναπαράσταση της
πραγματικότητας, αλλά στην απόλυτη πειθαρχία φόρμας και έκφρασης. Ετυμολογικά τώρα, η λέξη
καμπούκι αποτελείται από τρία ιδεογράμματα, όσα δηλαδή και οι συλλαβές της: «κα» ίσον
τραγούδι, «μπου» ίσον χορός και «κι» επιδεξιότητα. Όμως η πραγματική ετυμολογική ρίζα της
λέξης είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, καθώς προέρχεται επίσης από το ρήμα «καμπούκου», που θα
πει «παρεκκλίνω», και στις αρχές του 17ου αιώνα χρησιμοποιούνταν συχνά για άνδρες που
ντύνονταν και συμπεριφέρονταν εκκεντρικά, προκλητικά. Η λέξη, δηλαδή, θα μπορούσε να
μεταφραστεί και ως «τέχνη του να ξεφεύγεις από τα καθιερωμένα».
Από αυτή την αφετηρία, η ταινία «Εθνικός Θησαυρός» του Λι Σανγκ-ιλ, που αφηγείται την
ιστορία δύο ηθοποιών του καμπούκι και τις παράλληλες πορείες τους στην Ιαπωνία του ’60 μέχρι
σχεδόν τις μέρες μας, λειτουργεί διαρκώς ως μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο τέχνες που, αν και
φαινομενικά συγγενείς, συχνά βρίσκονται σε αισθητική σύγκρουση: από τη μία έχεις το θέατρο της
επιτήδευσης και, από την άλλη, τον κινηματογράφο της αναπαράστασης. Ευτυχώς, ο Σανγκ-ιλ δεν
αντιμετωπίζει το καμπούκι ως εξωτικό φολκλόρ, αλλά ως ζωντανό οργανισμό που αναπνέει μέσα
από τους χαρακτήρες του. Γι’ αυτό και η κάμερά του τρυπώνει στα παρασκήνια, ανιχνεύει τις
λεπτομέρειες του μακιγιάζ και των κοστουμιών, κοντοστέκεται στο ελάχιστο της μυϊκής σύσπασης,
αναδεικνύοντας την ανθρώπινη, εύθραυστη ύλη κάτω από την επιβλητική μάσκα — το πεδίο όπου
η παράδοση επιβάλλεται και ταυτόχρονα αμφισβητείται. Κάθε κίνηση, κάθε βλέμμα φέρει το βάρος
γενεών, αλλά και μια συγκρουσιακή ορμή που κι εκείνη μοιάζει να έρχεται από τα βάθη της
ιστορίας. Ο Λι Σανγκ-ιλ, του οποίου, αν δεν κάνω λάθος, πρώτη φορά βλέπουμε ταινία στην
Ελλάδα, κάνει τις τρεις ώρες της ταινίας να περνούν «νεράκι». Έχει στήσει ένα συναρπαστικό,
επικών διαστάσεων φιλμ για τις δύο όψεις της διασημότητας και την ευθύνη πίσω από το
λειτούργημα, στην πιο καλοσκηνοθετημένη ταινία που θα δείτε φέτος — μια ταινία-κόσμημα που
δεν υποκύπτει στην απλοϊκότητα, για να ανταμείψει εντέλει τον θεατή με μια εμπειρία καθαρής
αισθητικής απόλαυσης. Και αυτό το επίτευγμα δεν πέρασε απαρατήρητο στους Ιάπωνες: ο
«Εθνικός Θησαυρός» έσπασε όλα τα εισπρακτικά ρεκόρ και πλέον αποτελεί την πιο πετυχημένη
εμπορικά ταινία στην ιστορία της χώρας (εξαιρώντας τα κινούμενα σχέδια).
Στα άλλα αξιόλογα, στο Δανέζικο «Ξεκινήματα» της Ζανέτε Νόρνταλ, ένα ζευγάρί βρίσκεται στα
πρόθυρα του διαζυγίου, μέχρι που εκείνη παθαίνει εγκεφαλικό επεισόδιο, κι έτσι βρίσκονται να
ζουν ξανά κάτω από την ίδια στέγη, αναβάλλοντας την ανακοίνωση του χωρισμού στα παιδιά τους.
Όλα εξετάζονται από την αρχή πλέον: Η σχέση με το σώμα μας, άρα και η σχέση μας με τους
άλλους. Ουδείς συναισθηματικός εκβιασμός εδώ, και αυτό είναι σπουδαίο από μόνο του,
συμπληρώνεται όμως και από ένα διεισδυτικό, στοχαστικό βλέμμα που κοιτάζει κατάματα το
δράμα.
Σε σενάριο του συγχωρεμένου Λοράν Καντέ έρχεται το «Ένζο» του Ρόμπιν Καμπίγιο, όπου ο
έφηβος γιος μιας εύπορης οικογένειας, εγκαταλείπει σιωπηλά τις προσδοκίες που τον βαραίνουν,
πιάνει δουλειά σε μια οικοδομή, και ερωτεύεται τον Βλαντ, που ενδέχεται να αφήσει τη χώρα για
να πολεμήσει στην Ουκρανία. Ο ήρωας δεν μας «εξηγείται» ποτέ πλήρως, και εκεί εντοπίζεται η
γοητεία αυτής της ταινίας που παρατηρεί διακριτικά, με μια διάχυτη αίσθηση μελαγχολίας.
Λίγα λόγια για την ταινία «Η μούμια – από τον Λι Κρόνιν», όπου Λι Κρόνιν ο σκηνοθέτης που
είπε να βάλει το όνομα του στους τίτλους, όπως έκανε δηλαδή και ο Τζον Κάρπεντερ. Μόνο που ο
Κάρπεντερ… ασε καλύτερα, από που να το πιάσεις, ειδικά όταν η ταινία είναι τόσο άθλια, ένα
αδιανόητο τουρλουμπούκι που “δανείζεται” στοιχεία από όλα τα μεγάλα τέρατα του Φανταστικού
για να κάνει μια ταινία φρίκης, σκέτη φρίκη.
Α.Δ.



















































