«Τι συμβολίζει τελικά μια φώκια; Τη χαμένη μας αθωότητα ή έναν μυστικιστικό προορισμό;». Ο Μάνος Θηραίος ανεβάζει στο θέατρο Άβατον το έργο “Φώκια” και μας προσκαλεί σε μια βαθιά αναμέτρηση με το παιδί που υπήρξαμε κάποτε. Σε μια συνέντευξη στο kanaliena.gr και την Αθηνά Δαβαρία – γεμάτη συμβολισμούς – ο δημιουργός αποκαλύπτει τη μαγική χημεία με τον πρωταγωνιστή του, Βλάση Πασιούδη, ο οποίος από την πρώτη κιόλας ανάγνωση έγινε η φωνή που ο ίδιος άκουγε στο μυαλό του όσο έγραφε το έργο.
Μέσα από την συμβολική παρουσία της φώκιας και τη συγκλονιστική συνομιλία ενός πατέρα με το βρέφος του, ο δημιουργός αναλύει πώς η τέχνη μπορεί να γίνει ο καθρέφτης του δικού μας παρελθόντος. Άλλωστε για τον Μάνο Θηραίο η ευτυχία ξεκινά εκεί που τολμάμε να κοιτάξουμε τον καθρέφτη και να αγκαλιάσουμε το αληθινό μας είδωλο.
Τι συμβολίζει ο τίτλος «Η φώκια» σε αυτόν τον τόσο ανθρώπινο και ρεαλιστικό μονόλογο;
Θα μπορούσε να συμβολίζει πολλά. Ίσως να είναι η χαμένη αθωότητα, ίσως να είναι το ζωώδες ένστικτο μέσα μας… Ίσως πάλι να συνδέεται με τη μυθολογία, με την ιερότητα αυτού του γλυκύτατου πλάσματος που τόσο βάναυσα έχουμε κακοποιήσει εμείς οι άνθρωποι. Θα μπορούσε λοιπόν να αποτελεί σύμβολο ενός μυστικού και συνάμα μυστικιστικού τοπίου, όπου με την εμφάνισή της να σηματοδοτεί τον προορισμό. Ή, πάλι, θα μπορούσε να είναι απλά ένα παραμύθι. Ή πολύ απλά θα μπορούσε και να μην συμβολίζει τίποτα και το έργο να μιλά για κάποια φώκια. Θα πρέπει να έρθετε στο θέατρο Άβατον κάποια Κυριακή στις 6 το απόγευμα για να το μάθετε μόνη σας.
Ο ήρωας μιλά στον νεογέννητο γιο του. Είναι αυτή η «συνομιλία» ένας τρόπος για να συμφιλιωθεί με το δικό του παρελθόν;
Σαφέστατα ναι. Πιστεύω ειλικρινά πως κάθε φορά που μιλάμε σε ένα μωρό, κοιτώντας το γυρίζουμε -θέλοντας και μη- στα δικά μας βρεφικά χρόνια. Νομίζω πως το μυαλό αποζητά αυτόματα μνήμες εκείνης της εποχής που δεν καταγράφηκε, συνειδητά τουλάχιστον. Αναρωτιέμαι εάν έχουμε επίγνωση της ευθύνης απέναντι στην άγραφη, άσπιλη επιφάνεια των αισθήσεων και των εμπειριών αυτού του μωρού που έχουμε απέναντί μας, κάθε φορά που του μιλάμε -αν τα λόγια που ξεστομίζουμε το βοηθούν να πατήσει γερά αργότερα στα πόδια του ή αν δημιουργούμε πληγές που κανείς, ποτέ, δεν θα μπορέσει να γιάνει. Οπότε, ναι, μόνο εάν απευθυνθούμε στο μωρό που υπήρξαμε κι εμείς κάποτε θα μπορέσουμε να βρούμε τα σωστά λόγια για να απευθυνθούμε στη νέα αυτή ζωή μπροστά μας.
Γιατί επιλέξατε έναν γιο μόλις τριών μηνών ως τον «βωβό» αποδέκτη αυτού του παραληρήματος; Πόσο αλλάζει η εξομολόγηση ενός πατέρα όταν απευθύνεται σε μια νέα ζωή που ξεκινά;
Είπατε εσείς τη μαγική λέξη: «βωβός» αποδέκτης. Μιλάμε πιο ανοιχτά όταν ξέρουμε πως αυτός που μας ακούει δεν μπορεί να μας απαντήσει, ούτε να μας διορθώσει, ούτε να επισημάνει τα λάθη μας. Άρα, μιλάμε πιο ανοιχτά, ακόμα κι αν λέμε στον συγκεκριμένο αποδέκτη τα ίδια ψέματα που ψιθυρίζουμε μια ζωή στον εαυτό μας. Όσο περισσότερο μιλάμε, όμως, χωρίς να παίρνουμε απάντηση, τόσο περισσότερο συμφιλιωνόμαστε με την αλήθεια που κρύβουμε και κάποια στιγμή την αφήνουμε να απελευθερωθεί, ακόμα κι αν σοκάρει τον ίδιο μας τον εαυτό. Ιδιαίτερα δε εντός της σύμβασης πατέρα-γιου, ο μονόπλευρος αυτός διάλογος αποκτά ακόμη μεγαλύτερη δυναμική, καθώς ο πατέρας οφείλει να συστηθεί στο παιδί μπροστά του, στον ίδιο του τον σπόρο, εκείνη την πρώτη περίοδο απόλυτης άφεσης, προτού αναλάβει με τα χρόνια τον συγκεκριμένο «πατρικό» ρόλο που απαιτούν οι οικογενειακοί δεσμοί και οι κοινωνικές υποχρεώσεις.

Πόσο εύκολο είναι να αποδοθεί σκηνοθετικά και ερμηνευτικά ένα έργο που κινείται
διαρκώς ανάμεσα στο «τότε» και το «τώρα»;
Τα πάντα είναι θέμα αντίληψης και ισορροπίας. Όταν αφηγούμαστε κάτι από το παρελθόν, εμείς βρισκόμαστε στο παρόν. Εκ προοιμίου λοιπόν, το «τότε» φιλτράρεται από το «τώρα». Το μυαλό παίζει παράξενα παιχνίδια σε εμάς τους ανθρώπους. Οι μνήμες από στιγμές που ζήσαμε, όσο βέβαιοι κι αν είμαστε πως συνέβησαν έτσι ακριβώς όπως τις ανακαλούμε, στην πραγματικότητα είναι η αίσθηση που έχουν αφήσει μέσα μας αυτές οι στιγμές και όχι τα γεγονότα έτσι όπως ακριβώς συνέβησαν. Θυμόμαστε την πρώτη γνωριμία με έναν μεγάλο μας έρωτα, έναν χωρισμό, έναν καυγά, μια επιτυχία, και νομίζουμε πως έτσι συνέβησαν τα πράγματα όπως τα ανακαλούμε από τη μνήμη μας. Από τη μία, όμως, την αίσθηση ανακαλούμε κι όχι το γεγονός και από την άλλη, αν για παράδειγμα τον μεγάλο έρωτα έχει ακολουθήσει ένας επίπονος χωρισμός, τότε η αφήγηση της τότε γνωριμίας σήμερα είναι ξεθωριασμένη. Ας μην ξεχνάμε πως ακόμα κι εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε σήμερα έτσι όπως ήμασταν τότε. Εκεί στηρίξαμε την αντίληψη του χθες και του σήμερα με τον Βλάση Πασιούδη όσο συζητούσαμε τον τρόπο που θα το διαχειριζόμαστε σκηνοθετικά και εκείνος, σπουδαίος ηθοποιός καθώς είναι, βρήκε τον μαγικό τρόπο να το εκφράσει επί σκηνής.
Μετά τις «Λέξεις των Άλλων», πώς εξελίχθηκε η δημιουργική σας χημεία με τον Βλάση
Πασιούδη στη «Φώκια»;
Χημεία υπήρξε με τον Βλάση από τις αρχές της συνεργασίας μας. Εντάχθηκε πάρα πολύ ξαφνικά στις «Λέξεις» και από την πρώτη κιόλας ανάγνωση στην οποία ήμουν παρών, με είχε εντυπωσιάσει ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόταν το κείμενό μου, τις διακυμάνσεις του Άρη, του ήρωα που υποδύεται, την προέλευσή του, ακόμα και τη φωνή που είχα στο μυαλό μου όσο έγραφα τον ρόλο. Σαφέστατα έχει να κάνει με αυτό το έμφυτο και σπουδαίο υποκριτικό του ταλέντο η ικανότητά του να «διαβάζει» στην ουσία του τον ρόλο, όμως με εντυπωσίαζε το πώς αντιλαμβανόταν πράγματα που δεν ήταν γραμμένα στο χαρτί, ούτε καν υπαινίσσονταν. Αν ρωτήσετε εκείνον θα σας πει πως όλες οι πληροφορίες που αναζητά ένας ηθοποιός για τον ρόλο που καλείται να υποδυθεί βρίσκονται ήδη μέσα στο κείμενό μου, άρα καθίσταται ευκολότερο για τον ίδιο να βρει την απαιτούμενη ερμηνευτική διαδρομή.
Όποια και να είναι η ορθολογική απάντηση, υπάρχει μεταξύ μας επιπλέον μια εσωτερική, ενστικτώδης σχεδόν, επικοινωνία που μας επιτρέπει να βλέπουμε τις ίδιες εικόνες, να ακούμε τον ίδιο τόνο και να ακολουθούμε μια κοινή διαδρομή ακόμη και χωρίς να το έχουμε συζητήσει, γεγονός που μας επιτρέπει να κερδίζουμε χρόνο από τα περιττά. Το σημαντικότερο δε σε αυτή την σχεδόν σιωπηλή επικοινωνία είναι πως λειτουργεί συμπληρωματικά. Μια δική μου λέξη στο κείμενο του δίνει τον τόνο για την εκφορά της, η οποία με τη σειρά της μου δίνει την αφορμή για μια κίνηση που στη συνέχεια ο Βλάσης ενσωματώνει και σε άλλα σημεία και κάπως έτσι, μαγικά, ο «Μάνος», ο ήρωας της παράστασης, γεννιόταν και ενηλικιωνόταν κάθε μέρα μπροστά μας. Κι αυτό ήταν υπέροχο.
Προσθέστε στην εξίσωση πως πέρα από εξαιρετικός συνεργάτης, πλέον με τιμά και με τη φιλία του, οπότε η διαδικασία στις πρόβες ήταν αξέχαστη και με βαθειά αλήθεια. Τόσο όμορφα ήταν που εάν ανυπομονώ για το επόμενο έργο μας είναι επειδή ανυπομονώ να ξαναζήσω την εμπειρία που έζησα μαζί του στις πρόβες.

Το κείμενο περιγράφεται ως «πολυπρόσωπος μονόλογος». Πώς ένας μόνο ηθοποιός
καταφέρνει να φέρει επί σκηνής όλες αυτές τις αναμνήσεις και τα πρόσωπα;
Όταν ο ηθοποιός είναι ο Βλάσης, τότε όχι μόνο το καταφέρνει εξαιρετικά αλλά το κάνει να φαίνεται και εύκολο.
Στο έργο αναφέρεται ότι «η ευτυχία σπάνια βρίσκεται εκεί που την αναζητούμε». Πού τη
βρίσκει τελικά ο ήρωας (ή εσείς);
Η ευτυχία βρίσκεται εκεί όπου η ανάγκη της αλήθειας μας γίνεται πραγματικότητα. Εκεί όπου μπορούμε να γίνουμε ο εαυτός μας χωρίς φόβο, χωρίς ψέματα, χωρίς δεύτερες σκέψεις και χωρίς να χρειαζόμαστε την «έγκριση» κανενός.
Πιστεύετε ότι η πραγματική ενηλικίωση έρχεται μόνο όταν τολμήσουμε να κοιτάξουμε τον «καθρέφτη»;
Πώς αλλιώς μπορεί να γίνει; Η ενηλικίωση είναι η αποδοχή της αλήθειας μας. Πρέπει λοιπόν να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και να αποδεχτούμε το είδωλό μας ακόμα κι αν βλέπουμε κάποιον άλλον από αυτόν που νομίζαμε. Για να συνεχίσω και σε σχέση με την προηγούμενη ερώτησή σας, αυτή η ειλικρινής ματιά στον καθρέφτη, η συμφιλίωση με το αληθινό μας είδωλο, μπορεί να αποτελεί και το σημείο όπου θα ανακαλύψουμε την ευτυχία.

Έχοντας πλούσιο συγγραφικό έργο πώς αποφασίζετε ποια ιστορία ανήκει στο χαρτί και
ποια στο σανίδι;
Που το ξέρετε πως έχω πλούσιο συγγραφικό έργο; Με ποιον μιλήσατε προτού συζητήσουμε; [γέλια] Είναι αλήθεια πως γράφω πάρα πολλά χρόνια, από το Λύκειο… Διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά… άλλα τα τελείωσα, άλλα όχι. Δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα από τότε. Δεν ήταν δική μου επιθυμία να χαθούν, απλά συνέβη. Για να απαντήσω λοιπόν στο ερώτημά σας, δεν νομίζω πως αποφασίζουμε εμείς ποια ιστορία θα μείνει στο χαρτί και ποια ανήκει στο σανίδι. Οι «Λέξεις των Άλλων» ανέβηκαν πέρυσι στο θέατρο επειδή έπρεπε… επειδή το επιθυμούσαν διακαώς ο Αλέξης και ο Άρης, οι δύο ήρωες του έργου. Αυτοί το απαίτησαν κι εγώ έπρεπε να υλοποιήσω με κάθε τρόπο την απαίτησή τους. Η «Φώκια» γράφτηκε ως μυθιστόρημα το 2005 -στα χαμένα κι αυτή. Και να που 20 χρόνια αργότερα, όταν η ιστορία της «έπρεπε» να ακουστεί, την έγραψα ξανά, αυτή τη φορά για το θέατρο και μάλιστα ως μονόλογο. Αν ένας δημιουργός θέλει να είναι σίγουρος για τις επιλογές του, νομίζω πως πρέπει να αφήνει τα ίδια του τα έργα να αποφασίζουν για τον δρόμο τους.
Αν έπρεπε να περιγράψετε το θεατρικό σας στίγμα με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν αυτές;
Αλήθεια. Ψυχή. Αγάπη.












































Από 1 Μαρτίου
Στο Θέατρο Άβατον
Κάθε Κυριακή, στις 18:00





