Στις 7 Μαϊου, 135 καρδινάλιοι θα βρίσκονται το Βατικανό προκειμένου να επιλέξουν τον επόμενο Ποντίφικα. Σε όλο τον κόσμο, πιστοί καθολικοί (και μη), εστιάζουν στο ποιος θα είναι ο διάδοχος του Πάπα Φραγκίσκου. Στην Ταϊβάν όμως, τους περισσότερους απασχολεί το ποιο θα είναι το άτομο που θα στείλουν στο Βατικανό για την ενθρόνιση.
Ο πρώην αντιπρόεδρος Τσεν Τσιέν γεν επέστρεψε πρόσφατα από την πόλη του Βατικανού, όπου εκπροσώπησε την Ταϊβάν στην κηδεία του Φραγκίσκου. Αλλά ο αφοσιωμένος Καθολικός ελπίζει ότι δεν θα του ζητηθεί να επαναλάβει το ταξίδι. Αντίθετα, πιέζει ώστε η χώρα να εκπροσωπηθεί από τον πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε.
«Προσευχηθήκαμε ώστε ο ο δρ Λάι να παραστεί στην ορκωμοσία του νέου Πάπα», είπε στον Guardian.
Ο λόγος που ο Λάι δεν παρευρέθηκε στην κηδεία δεν έχει επιβεβαιωθεί, αλλά υπάρχουν πολλές εικασίες και όλες αφορούν το Πεκίνο.
Το Βατικανό είναι μία από τις μόλις 12 κυβερνήσεις που αναγνωρίζουν την Ταϊβάν ως χώρα και η μοναδική στην Ευρώπη. Εν ενεργεία πρόεδροι παρευρέθηκαν στην κηδεία του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β’ και στην πρώτη λειτουργία του Πάπα Φραγκίσκου. Αλλά με τα χρόνια η γεωπολιτική θέση της Ταϊβάν έχει γίνει πιο δύσκολη.
Το κυβερνών Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας ισχυρίζεται ότι η Ταϊβάν είναι επαρχία της Κίνας και έχει ορκιστεί να την προσαρτήσει, στρατιωτικά εάν χρειαστεί. Εν τω μεταξύ, χρησιμοποιεί τη σημαντική παγκόσμια επιρροή της για να κρατήσει την κυβέρνηση της Ταϊβάν –την οποία χαρακτηρίζει «αποσχιστική»– μακριά από τη διεθνή σκηνή και έχει πείσει πολλούς από τους συμμάχους της Ταϊβάν να κόψουν τους δεσμούς με τη χώρα.
Αυτό ακριβώς, πολλοί παρατηρητές πιστεύουν ότι συνέβη και στην περίπτωση της κηδείας του Πάπα.
Μετά την ανακοίνωση του θανάτου του Φραγκίσκου, η Ταϊβάν έσπευσε να εκφράσει συλλυπητήρια. Ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών της, Γου Τσιχ Τσουνγκ, δήλωσε δημόσια ότι ήταν σημαντικό για την Ταϊβάν να εκπροσωπηθεί στη κηδεία από τον πρόεδρος της.
Όμως λίγες ώρες αργότερα ο Τσεν, ο οποίος είχε συναντήσει τον Φραγκίσκο έξι φορές πριν πεθάνει και ήταν μέλος της Ποντιφικής Ακαδημίας Επιστημών, ανακοινώθηκε ως «η καλύτερη επιλογή υπό τις παρούσες συνθήκες» μετά από συζητήσεις με το Βατικανό.
Υπήρξαν εικασίες, σύμφωνα με τον Guardian, ότι το Βατικανό είχε αρνηθεί την παρουσία του Λάι –ή τουλάχιστον ζήτησε να μην παραστεί– υπό την πίεση της Κίνας. Η Ταϊπέι, το Πεκίνο και το Βατικανό δεν σχολίασαν σχετικά.
Το Πεκίνο άργησε σχετικά να εκφράσει συλλυπητήρια, τα οποία ήρθαν τελικά 24 και πλέον ώρες μετά τον θάνατο του Πάπα μέσω ενός εκπροσώπου Εξωτερικών Υποθέσεων. Επίσης, η Κίνα δεν εκπροσωπήθηκε στη κηδεία τροφοδοτώντας τις εικασίες ότι αυτό συνέβη επειδή το Βατικανό είχε αρνηθεί να απαγορεύσει την αντιπροσωπεία της Ταϊβάν.
«Γνωρίζαμε ότι [η κηδεία] θα ήταν ένας πονοκέφαλος, ξέραμε ότι η Κίνα θα ζητούσε να μην επιτραπεί να υπάρχει αντιπροσωπεία της Ταϊβάν και ξέραμε ότι το Βατικανό δεν μπορούσε να πει όχι, αλλά ούτε και να αρνηθεί στην Ταϊβάν», δήλωσε ο Μισέλ Σαμπόν, ερευνητής στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σιγκαπούρης.
Η παρουσία της Ταϊβάν σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις δεν αφορά μόνο τον σεβασμό μιας σημαντικής στιγμής για έναν στενό σύμμαχο. Είναι επίσης μια σπάνια ευκαιρία να έρθει σε επαφή άλλους παγκόσμιους ηγέτες σε μια εποχή που η χώρα αναζητά όσο περισσότερη παγκόσμια υποστήριξη μπορεί για να αποτρέψει την επιθετικότητα της Κίνας.
Ο Τσεν δεν είναι σίγουρος με πόσους ξένους ηγέτες και αξιωματούχους μίλησε στην κηδεία, αλλά ήταν πολλοί.
«Στην πλατεία είχα την ευκαιρία να συναντήσω, για παράδειγμα, τον Πρόεδρο Μπάιντεν των ΗΠΑ και επίσης τους ειδικούς απεσταλμένους από την Ιαπωνία, την Ταϊλάνδη, τη Νότια Κορέα, πάρα πολλούς για να αναφέρω. Ήταν μια καλή ευκαιρία για εμάς να συνομιλήσουμε με κυβερνητικούς αξιωματούχους ομοϊδεατών χωρών», είπε στον Guardian. «Με όλους τους φίλους μας έχουμε την ίδια νοοτροπία και όλοι εκτιμούμε την περιφερειακή σταθερότητα, την ασφάλεια και την ευημερία», είπε ο Τσεν.
Από την πλευρά του Βατικανού, η Ταϊβάν είναι ένας σημαντικός εταίρος της εκκλησίας, παρόλο που φιλοξενεί μόλις το 0,02% των Καθολικών στον κόσμο. «Είναι μια εκκλησία που γεφυρώνει», είπε ο Τσεν. Μέχρι πριν από περίπου μια δεκαετία, όταν οι εντάσεις μεταξύ με την Κίνα το έκαναν πολύ επικίνδυνο, οι Κινέζοι ιερείς και καλόγριες ταξίδευαν ήσυχα στα σεμινάρια και τα πανεπιστήμια της Ταϊβάν για θεολογική εκπαίδευση στη μητρική τους γλώσσα.
Ο Φραγκίσκος έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στους Κινεζόφωνους Καθολικούς σε όλη την Ασία. Το επικήδειο κήρυγμα του τελείωσε με μια προσευχή στα Μανδαρινικά – η μόνη που εκφωνήθηκε σε μια ασιατική γλώσσα. Υπολογίζεται ότι υπάρχουν 12 εκατομμύρια Καθολικοί στην Κίνα και ο Φραγκίσκος επέβλεψε μια σημαντική πρόοδο στις διαπραγματεύσεις με το Πεκίνο για την καλύτερη προστασία των θρησκευτικών τους ελευθεριών, υπογράφοντας συμφωνίες για το διορισμό επισκόπων.
«Δεν ξέρουμε αν ο νέος Πάπας θα αγαπήσει την Κίνα όπως ο Φραγκίσκος», δήλωσε ο Τόμας Του, ειδικός στη διπλωματία του Βατικανού στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Τσεγνκσι της Ταϊβάν. «Αλλά νομίζω ότι το Βατικανό θέλει να διατηρήσει αυτή την κληρονομιά».
Το αν αυτή η κληρονομιά έρχεται σε βάρος του διπλωματικού καθεστώτος της Ταϊβάν είναι προς συζήτηση. Ο Τσεν καταλαβαίνει ότι είναι περίπλοκο: «Η Αγία Έδρα πρέπει να λάβει διαβεβαιώσεις θρησκευτικής ελευθερίας [από το Πεκίνο] για να προστατεύσει όλα το ποίμνιο στην Κίνα, ως μεγάλος βοσκός. Είναι μεγάλη πίεση».
κ.π.


















































